Grec. Lecture : Euripide, "Alceste". De la difficulté de devoir la vie au sacrifice d'autrui

Lire et traduire cet extrait d'Alceste d’Euripide. Admète a honte d’avoir laissé mourir son épouse Alceste à sa place : il exprime sa douleur dans ce monologue.

Φίλοι͵ γυναικὸς δαίμον΄ εὐτυχέστερον
τοὐμοῦ νομίζω͵ καίπερ οὐ δοκοῦνθ΄ ὅμως.
Τῆς μὲν γὰρ οὐδὲν ἄλγος ἅψεταί ποτε͵
πολλῶν δὲ μόχθων εὐκλεὴς ἐπαύσατο.
Ἐγὼ δ΄͵ ὃν οὐ χρῆν ζῆν͵ παρεὶς τὸ μόρσιμον
λυπρὸν διάξω βίοτον· ἄρτι μανθάνω.
Πῶς γὰρ δόμων τῶνδ΄ εἰσόδους ἀνέξομαι;
τίν΄ ἂν προσειπών͵ τοῦ δὲ προσρηθεὶς ὕπο
τερπνῆς τύχοιμ΄ ἂν εἰσόδου; ποῖ τρέψομαι;
ἡ μὲν γὰρ ἔνδον ἐξελᾷ μ΄ ἐρημία͵
γυναικὸς εὐνὰς εὖτ΄ ἂν εἰσίδω κενὰς
θρόνους τ΄ ἐν οἷσιν ἷζε καὶ κατὰ στέγας
αὐχμηρὸν οὖδας͵ τέκνα δ΄ ἀμφὶ γούνασιν
πίπτοντα κλαίῃ μητέρ΄͵ οἱ δὲ δεσπότιν
στένωσιν οἵαν ἐκ δόμων ἀπώλεσαν.
Τὰ μὲν κατ΄ οἴκους τοιάδ΄· ἔξωθεν δέ με
γάμοι τ΄ ἐλῶσι Θεσσαλῶν καὶ ξύλλογοι
γυναικοπληθεῖς· οὐ γὰρ ἐξανέξομαι
λεύσσων δάμαρτος τῆς ἐμῆς ὁμήλικας.
Ἐρεῖ δέ μ΄ ὅστις ἐχθρὸς ὢν κυρεῖ τάδε·
« Ἰδοῦ τὸν αἰσχρῶς ζῶνθ΄͵ ὃς οὐκ ἔτλη θανεῖν
ἀλλ΄ ἣν ἔγημεν ἀντιδοὺς ἀψυχίᾳ
πέφευγεν Ἅιδην· κᾆτ΄ ἀνὴρ εἶναι δοκεῖ;
στυγεῖ δὲ τοὺς τεκόντας͵ αὐτὸς οὐ θέλων
θανεῖν. » Τοιάνδε πρὸς κακοῖσι κληδόνα
ἕξω. Τί μοι ζῆν δῆτα κύδιον͵ φίλοι͵
κακῶς κλύοντι καὶ κακῶς πεπραγότι ;
Notes

ὁ δαίμων : ici, le sort
καίπερ : même si
τῆς = ταύτης
ἅπτομαι : toucher
εὐκλεής, ής, ές : adj. dérivé de τὸ κλέος la gloire
τὸ μόρσιμον : le destin (racine μορ, cf. Μοῖρα)
λυπρός, ά, όν : misérable, pitoyable (cf. λύπη)
ἀνέχομαι : supporter avec constance
τερπνός, ή, όν : agréable, réjouissant
ἐξελῶ, ᾷς, ᾷ : futur irrégulier de ἐξελαύνω chasser
εὖτε = ὅτε
ἵζω : s’asseoir
ἡ στέγη : le toit
τὸ οὖδας , gn. οὔδεος : le sol
αὐχμηρός, ά, όν : sale
γοῦνα : pluriel de γόνυ, γόνατος (genou)
λεύσσω : voir
ὁμῆλιξ : du même âge (ὀμός, ἧλιξ, cf. ἡλικία)
ἡ δάμαρ, gén. δάμαρτος : l’épouse
κυρέω-ῶ : atteindre - + participe : se trouver (cf. τυγχάνω)
τλάω-ῶ : supporter, avoir le courage de
στυγέω-ῶ : haïr
τοὺς (αὑτὸν) τεκόντας
ἡ κληδών, όνος : le renom
κυδίων, ων, ον : plus glorieux, plus avantageux (hapax formé à partir du nom τὸ κῦδος la gloire)
κλύω : entendre  κακῶς κλύειν : avoir mauvaise réputation


Desk02 theme